απονεύρωση
•
- η θεραπεία ενός χαλασμένου δοντιού με αφαίρεση του νεύρου Βικιλεξικό
- του είχα κάνει απονεύρωση πριν μερικά χρόνια αλλά τώρα τελευταία άρχισε πάλι να με πονάει
- μεταφορικάη αποδυνάμωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονεύρωση < (καθαρεύουσα) απονεύρωσις < απονευρώνω + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απονεύρωση | απονευρώσεις |
| Γενική | απονεύρωσης | απονευρώσεων |
| Αιτιατική | απονεύρωση | απονευρώσεις |
| Κλητική | απονεύρωση | απονευρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →