Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απονεύρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η θεραπεία ενός χαλασμένου δοντιού με αφαίρεση του νεύρου Βικιλεξικό
    • του είχα κάνει απονεύρωση πριν μερικά χρόνια αλλά τώρα τελευταία άρχισε πάλι να με πονάει
  2. μεταφορικάη αποδυνάμωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απονεύρωση < (καθαρεύουσα) απονεύρωσις < απονευρώνω + -σις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπονεύρωσηαπονευρώσεις
Γενικήαπονεύρωσηςαπονευρώσεων
Αιτιατικήαπονεύρωσηαπονευρώσεις
Κλητικήαπονεύρωσηαπονευρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →