απονηώνω
•
- «απογειώνω» από πλεούμενο ή από τη θάλασσα (ή λίμνη, ποταμό κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Γαλλικά μαχητικά αεροσκάφη απονηώθηκαν σήμερα από το αεροπλανοφόρο Σαρλ ντε Γκολ, που βρίσκεται στην ανατολική Μεσόγειο, για πτήσεις πάνω από περιοχές που ελέγχονται από την οργάνωση Ισλαμικό κράτος στο Ιράκ και στη Συρία, δήλωσαν στρατιωτικές πηγές. (*)
Ετυμολογία
απονηώνω < από + ναυς + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απονηώνω | απονηώνεις | απονηώνει | απονηώνουμε | απονηώνετε | απονηώνουν / απονηώνουνε |
| Παρατατικός | απονήωνα | απονήωνες | απονήωνε | απονηώναμε | απονηώνατε | απονήωναν / απονηώναν / απονηώνανε |
| Αόριστος | απονήωσα | απονήωσες | απονήωσε | απονηώσαμε | απονηώσατε | απονήωσαν / απονηώσαν / απονηώσανε |
| Μέλλοντας | θα απονηώνω / θα απονηώσω | θα απονηώνεις / θα απονηώσεις | θα απονηώνει / θα απονηώσει | θα απονηώνουμε / θα απονηώσουμε | θα απονηώνετε / θα απονηώσετε | θα απονηώνουν / θα απονηώνουνε / θα απονηώσουν / θα απονηώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απονηώσει | έχεις απονηώσει | έχει απονηώσει | έχουμε απονηώσει | έχετε απονηώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απονηώσει | είχες απονηώσει | είχε απονηώσει | είχαμε απονηώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απονηώσει / να απονηώνω / να απονηώσω | να έχεις απονηώσει / να απονηώνεις / να απονηώσεις | να έχει απονηώσει / να απονηώνει / να απονηώσει | να έχουμε απονηώσει / να απονηώνουμε / να απονηώσουμε | να έχετε απονηώσει / να απονηώνετε / να απονηώσετε | να απονηώνουν / να απονηώνουνε / να απονηώσουν / να απονηώσουνε |
| Προστακτική | — | απονήωνε / απονήωσε | — | — | απονηώνετε / απονηώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →