απονοψυχιά
•
- σπάνιοη ιδιότητα του απονόψυχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονοψυχιά < α- + ελληνιστική κοινή πονοψυχία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) < αρχαία ελληνική πόνος + ψυχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απονοψυχιά | απονοψυχιές |
| Γενική | απονοψυχιάς | απονοψυχιών |
| Αιτιατική | απονοψυχιά | απονοψυχιές |
| Κλητική | απονοψυχιά | απονοψυχιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →