απονυχτερεύω
•
- σπάνιοδιανυκτερεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονυχτερεύω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απονυχτερεύω | απονυχτερεύεις | απονυχτερεύει | απονυχτερεύουμε | απονυχτερεύετε | απονυχτερεύουν / απονυχτερεύουνε |
| Παρατατικός | απονυχτέρευα | απονυχτέρευες | απονυχτέρευε | απονυχτερεύαμε | απονυχτερεύατε | απονυχτέρευαν / απονυχτερεύαν / απονυχτερεύανε |
| Αόριστος | απονυχτέρευσα | απονυχτέρευσες | απονυχτέρευσε | απονυχτερεύσαμε | απονυχτερεύσατε | απονυχτέρευσαν / απονυχτερεύσαν / απονυχτερεύσανε |
| Μέλλοντας | θα απονυχτερεύσω / θα απονυχτερεύω | θα απονυχτερεύεις / θα απονυχτερεύσεις | θα απονυχτερεύει / θα απονυχτερεύσει | θα απονυχτερεύουμε / θα απονυχτερεύσουμε | θα απονυχτερεύετε / θα απονυχτερεύσετε | θα απονυχτερεύουν / θα απονυχτερεύουνε / θα απονυχτερεύσουν / θα απονυχτερεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απονυχτερεύσει | έχεις απονυχτερεύσει | έχει απονυχτερεύσει | έχουμε απονυχτερεύσει | έχετε απονυχτερεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απονυχτερεύσει | είχες απονυχτερεύσει | είχε απονυχτερεύσει | είχαμε απονυχτερεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύσω / να απονυχτερεύω | να έχεις απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύεις / να απονυχτερεύσεις | να έχει απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύει / να απονυχτερεύσει | να έχουμε απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύουμε / να απονυχτερεύσουμε | να έχετε απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύετε / να απονυχτερεύσετε | να απονυχτερεύουν / να απονυχτερεύουνε / να απονυχτερεύσουν / να απονυχτερεύσουνε |
| Προστακτική | — | απονυχτέρευε / απονυχτέρευσε | — | — | απονυχτερεύετε / απονυχτερεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →