Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απονυχτερεύω

ρήμα
•
  1. σπάνιοδιανυκτερεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απονυχτερεύω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπονυχτερεύωαπονυχτερεύειςαπονυχτερεύειαπονυχτερεύουμεαπονυχτερεύετεαπονυχτερεύουν / απονυχτερεύουνε
Παρατατικόςαπονυχτέρευααπονυχτέρευεςαπονυχτέρευεαπονυχτερεύαμεαπονυχτερεύατεαπονυχτέρευαν / απονυχτερεύαν / απονυχτερεύανε
Αόριστοςαπονυχτέρευσααπονυχτέρευσεςαπονυχτέρευσεαπονυχτερεύσαμεαπονυχτερεύσατεαπονυχτέρευσαν / απονυχτερεύσαν / απονυχτερεύσανε
Μέλλονταςθα απονυχτερεύσω / θα απονυχτερεύωθα απονυχτερεύεις / θα απονυχτερεύσειςθα απονυχτερεύει / θα απονυχτερεύσειθα απονυχτερεύουμε / θα απονυχτερεύσουμεθα απονυχτερεύετε / θα απονυχτερεύσετεθα απονυχτερεύουν / θα απονυχτερεύουνε / θα απονυχτερεύσουν / θα απονυχτερεύσουνε
Παρακείμενοςέχω απονυχτερεύσειέχεις απονυχτερεύσειέχει απονυχτερεύσειέχουμε απονυχτερεύσειέχετε απονυχτερεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απονυχτερεύσειείχες απονυχτερεύσειείχε απονυχτερεύσειείχαμε απονυχτερεύσει——
Υποτακτικήνα έχω απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύσω / να απονυχτερεύωνα έχεις απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύεις / να απονυχτερεύσειςνα έχει απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύει / να απονυχτερεύσεινα έχουμε απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύουμε / να απονυχτερεύσουμενα έχετε απονυχτερεύσει / να απονυχτερεύετε / να απονυχτερεύσετενα απονυχτερεύουν / να απονυχτερεύουνε / να απονυχτερεύσουν / να απονυχτερεύσουνε
Προστακτική—απονυχτέρευε / απονυχτέρευσε——απονυχτερεύετε / απονυχτερεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →