απονύχτερο
•
- σπάνιοη νύχτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονύχτερο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου απονύχτερος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απονύχτερο | απονύχτερα |
| Γενική | απονύχτερου | απονύχτερων |
| Αιτιατική | απονύχτερο | απονύχτερα |
| Κλητική | απονύχτερο | απονύχτερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →