αποξαίνω
•
- λαϊκότροποολοκληρώνω το ξάσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξαίνω < απο- + ξαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποξαίνω | αποξαίνεις | αποξαίνει | αποξαίνουμε | αποξαίνετε | αποξαίνουν / αποξαίνουνε |
| Παρατατικός | απόξαινα | απόξαινες | απόξαινε | αποξαίναμε | αποξαίνατε | αποξαίναν / αποξαίνανε / απόξαιναν |
| Αόριστος | απόξανα | απόξανες | απόξανε | αποξάναμε | αποξάνατε | αποξάναν / αποξάνανε / απόξαναν |
| Μέλλοντας | θα αποξάνω / θα αποξαίνω | θα αποξάνεις / θα αποξαίνεις | θα αποξάνει / θα αποξαίνει | θα αποξάνουμε / θα αποξαίνουμε | θα αποξάνετε / θα αποξαίνετε | θα αποξάνουν / θα αποξάνουνε / θα αποξαίνουν / θα αποξαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποξάνει | έχεις αποξάνει | έχει αποξάνει | έχουμε αποξάνει | έχετε αποξάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποξάνει | είχες αποξάνει | είχε αποξάνει | είχαμε αποξάνει | είχατε αποξάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποξάνει / να αποξάνω / να αποξαίνω | να έχεις αποξάνει / να αποξάνεις / να αποξαίνεις | να έχει αποξάνει / να αποξάνει / να αποξαίνει | να έχουμε αποξάνει / να αποξάνουμε / να αποξαίνουμε | να έχετε αποξάνει / να αποξάνετε / να αποξαίνετε | να αποξάνουν / να αποξάνουνε / να αποξαίνουν / να αποξαίνουνε |
| Προστακτική | — | απόξαινε / απόξανε | — | — | αποξάνετε / αποξαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →