αποξεσκίζω
•
- ξεσκίζω τελείως, ολοκληρώνω το ξέσκισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξεσκίζω < απο- + ξεσκίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποξεσκίζω | αποξεσκίζεις | αποξεσκίζει | αποξεσκίζουμε | αποξεσκίζετε | αποξεσκίζουν / αποξεσκίζουνε |
| Παρατατικός | αποξέσκιζα | αποξέσκιζες | αποξέσκιζε | αποξεσκίζαμε | αποξεσκίζατε | αποξέσκιζαν / αποξεσκίζαν / αποξεσκίζανε |
| Αόριστος | αποξέσκισα | αποξέσκισες | αποξέσκισε | αποξεσκίσαμε | αποξεσκίσατε | αποξέσκισαν / αποξεσκίσαν / αποξεσκίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποξεσκίζω / θα αποξεσκίσω | θα αποξεσκίζεις / θα αποξεσκίσεις | θα αποξεσκίζει / θα αποξεσκίσει | θα αποξεσκίζουμε / θα αποξεσκίσουμε | θα αποξεσκίζετε / θα αποξεσκίσετε | θα αποξεσκίζουν / θα αποξεσκίζουνε / θα αποξεσκίσουν / θα αποξεσκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποξεσκίσει | έχεις αποξεσκίσει | έχει αποξεσκίσει | έχουμε αποξεσκίσει | έχετε αποξεσκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποξεσκίσει | είχες αποξεσκίσει | είχε αποξεσκίσει | είχαμε αποξεσκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποξεσκίσει / να αποξεσκίζω / να αποξεσκίσω | να έχεις αποξεσκίσει / να αποξεσκίζεις / να αποξεσκίσεις | να έχει αποξεσκίσει / να αποξεσκίζει / να αποξεσκίσει | να έχουμε αποξεσκίσει / να αποξεσκίζουμε / να αποξεσκίσουμε | να έχετε αποξεσκίσει / να αποξεσκίζετε / να αποξεσκίσετε | να αποξεσκίζουν / να αποξεσκίζουνε / να αποξεσκίσουν / να αποξεσκίσουνε |
| Προστακτική | — | αποξέσκιζε / αποξέσκισε | — | — | αποξεσκίζετε / αποξεσκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →