αποξυγονώνω
•
- αφαιρώ το οξυγόνο από κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξυγονώνω < απο- + οξυγονώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποξυγονώνω | αποξυγονώνεις | αποξυγονώνει | αποξυγονώνουμε | αποξυγονώνετε | αποξυγονώνουν / αποξυγονώνουνε |
| Παρατατικός | αποξυγόνωνα | αποξυγόνωνες | αποξυγόνωνε | αποξυγονώναμε | αποξυγονώνατε | αποξυγονώναν / αποξυγονώνανε / αποξυγόνωναν |
| Αόριστος | αποξυγόνωσα | αποξυγόνωσες | αποξυγόνωσε | αποξυγονώσαμε | αποξυγονώσατε | αποξυγονώσαν / αποξυγονώσανε / αποξυγόνωσαν |
| Μέλλοντας | θα αποξυγονώνω / θα αποξυγονώσω | θα αποξυγονώνεις / θα αποξυγονώσεις | θα αποξυγονώνει / θα αποξυγονώσει | θα αποξυγονώνουμε / θα αποξυγονώσουμε | θα αποξυγονώνετε / θα αποξυγονώσετε | θα αποξυγονώνουν / θα αποξυγονώνουνε / θα αποξυγονώσουν / θα αποξυγονώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποξυγονώσει | έχεις αποξυγονώσει | έχει αποξυγονώσει | έχουμε αποξυγονώσει | έχετε αποξυγονώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποξυγονώσει | είχες αποξυγονώσει | είχε αποξυγονώσει | είχαμε αποξυγονώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποξυγονώσει / να αποξυγονώνω / να αποξυγονώσω | να έχεις αποξυγονώσει / να αποξυγονώνεις / να αποξυγονώσεις | να έχει αποξυγονώσει / να αποξυγονώνει / να αποξυγονώσει | να έχουμε αποξυγονώσει / να αποξυγονώνουμε / να αποξυγονώσουμε | να έχετε αποξυγονώσει / να αποξυγονώνετε / να αποξυγονώσετε | να αποξυγονώνουν / να αποξυγονώνουνε / να αποξυγονώσουν / να αποξυγονώσουνε |
| Προστακτική | — | αποξυγόνωνε / αποξυγόνωσε | — | — | αποξυγονώνετε / αποξυγονώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →