αποξύλωση
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξυλώνω Βικιλεξικό
- βοτανικήη μετατροπή κάποιων τμημάτων ενός φυτού σε ξύλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξύλωση < αποξυλώνω + -ση ή απο- + ξύλωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποξύλωση | αποξυλώσεις |
| Γενική | αποξύλωσης | αποξυλώσεων |
| Αιτιατική | αποξύλωση | αποξυλώσεις |
| Κλητική | αποξύλωση | αποξυλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →