αποπάνω
•
- επάνω, από πάνω Βικιλεξικό
- επιπλέον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπάνω < μεσαιωνική ελληνική αποπάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αποπάνω < μεσαιωνική ελληνική αποπάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →