αποπαίδι
•
- παιδί (ή και μεγαλύτερος στην ηλικία) που το έχουν παραμελήσει, διώξει ή παραγκωνίσει Βικιλεξικό
- απόκληρος, αποκληρωμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπαίδι < απο- + παιδί + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπαίδι | αποπαίδια |
| Γενική | αποπαιδιού | αποπαιδιών |
| Αιτιατική | αποπαίδι | αποπαίδια |
| Κλητική | αποπαίδι | αποπαίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →