αποπαγώνω
•
- αφαιρώ τον πάγο (π.χ. από τους δρόμους που έχουν παγώσει) Βικιλεξικό
- ξεπαγιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπαγώνω < απο- + παγώνω + -ση
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπαγώνω | αποπαγώνεις | αποπαγώνει | αποπαγώνουμε | αποπαγώνετε | αποπαγώνουν / αποπαγώνουνε |
| Παρατατικός | αποπάγωνα | αποπάγωνες | αποπάγωνε | αποπαγώναμε | αποπαγώνατε | αποπάγωναν / αποπαγώναν / αποπαγώνανε |
| Αόριστος | αποπάγωσα | αποπάγωσες | αποπάγωσε | αποπαγώσαμε | αποπαγώσατε | αποπάγωσαν / αποπαγώσαν / αποπαγώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποπαγώνω / θα αποπαγώσω | θα αποπαγώνεις / θα αποπαγώσεις | θα αποπαγώνει / θα αποπαγώσει | θα αποπαγώνουμε / θα αποπαγώσουμε | θα αποπαγώνετε / θα αποπαγώσετε | θα αποπαγώνουν / θα αποπαγώνουνε / θα αποπαγώσουν / θα αποπαγώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπαγώσει | έχεις αποπαγώσει | έχει αποπαγώσει | έχουμε αποπαγώσει | έχετε αποπαγώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπαγώσει | είχες αποπαγώσει | είχε αποπαγώσει | είχαμε αποπαγώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπαγώσει / να αποπαγώνω / να αποπαγώσω | να έχεις αποπαγώσει / να αποπαγώνεις / να αποπαγώσεις | να έχει αποπαγώσει / να αποπαγώνει / να αποπαγώσει | να έχουμε αποπαγώσει / να αποπαγώνουμε / να αποπαγώσουμε | να έχετε αποπαγώσει / να αποπαγώνετε / να αποπαγώσετε | να αποπαγώνουν / να αποπαγώνουνε / να αποπαγώσουν / να αποπαγώσουνε |
| Προστακτική | — | αποπάγωνε / αποπάγωσε | — | — | αποπαγώνετε / αποπαγώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →