Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπαιδιάζω

ρήμα
•
  1. σταματώ να κάνω παιδιά, παύω να γεννώ Βικιλεξικό
    • «Συναντώ συνεχώς νέες γυναίκες, που όταν πάνε για δουλειά τις ρωτούν στις συνεντεύξεις αν πρόκειται να παντρευτούν και αν πρόκειται να αποκτήσουν παιδιά», σημείωσε χαρακτηριστικά η πρόεδρος της Σοροπτιμιστικής Ένωσης Ελλάδος. «Είναι σημάδι ότι η γυναίκα που θα ζητήσει δουλειά», επισήμανε με νόημα, «ή πρέπει πλέον να έχει αποπαιδιάσει, που σημαίνει ότι δε θα χρειάζεται άδειες κύησης και άδειες λοχείας, ή πρέπει να παραείναι νέα...» (Όταν το «θαύμα της ζωής» γίνεται εμπόδιο στην εύρεση εργασίας, Παρατηρητής της Θράκης, paratiritis-news.gr, 05/04/2016 https://www.paratiritis-news.gr/news/otan-to-thavma-tis-zois-ginetai-ebodio-stin-evresi-ergasias/
  2. σταμαματώ να έχω τη φροντίδα των παιδιών μου, όταν μεγάλωσαν πια Βικιλεξικό
    • Είχαμε αποπαιδιάσει πια, πήρα την Άσπα και πήγαμε (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 45)
  3. σταματώ να φροντίζω κάποιο έργο μου, επειδή δε χρειάζεται πιά, προχωρά χωρίς τη φροντίδα μου Βικιλεξικό
    • Τώρα που το “Πορτοκάλι” που φτιάξαμε με την Βιολέτα, πήρε τον δρόμο του προς το κοινό – αποπαιδιάσαμε που λένε δηλαδή, ήρθε ο καιρός για νέα .. (Ο Νίκος Ξύδης μοιράζεται πέντε αλήθειες και .., tetragwno.gr, 21/2/2022)
  4. κυρίως ως αποπαιδίζω: αποκληρώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποπαιδιάζω < απο- + παιδ(ί) + -ίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →