αποπαστρεύω
•
- λαϊκότροποκαθαρίζω τελείως, τελειώνω τέλεια το καθάρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπαστρεύω < απο- + παστρεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπαστρεύω | αποπαστρεύεις | αποπαστρεύει | αποπαστρεύουμε | αποπαστρεύετε | αποπαστρεύουν / αποπαστρεύουνε |
| Παρατατικός | αποπάστρευα | αποπάστρευες | αποπάστρευε | αποπαστρεύαμε | αποπαστρεύατε | αποπάστρευαν / αποπαστρεύαν / αποπαστρεύανε |
| Αόριστος | αποπάστρεψα | αποπάστρεψες | αποπάστρεψε | αποπαστρέψαμε | αποπαστρέψατε | αποπάστρεψαν / αποπαστρέψαν / αποπαστρέψανε |
| Μέλλοντας | θα αποπαστρέψω / θα αποπαστρεύω | θα αποπαστρέψεις / θα αποπαστρεύεις | θα αποπαστρέψει / θα αποπαστρεύει | θα αποπαστρέψουμε / θα αποπαστρεύουμε | θα αποπαστρέψετε / θα αποπαστρεύετε | θα αποπαστρέψουν / θα αποπαστρέψουνε / θα αποπαστρεύουν / θα αποπαστρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπαστρέψει | έχεις αποπαστρέψει | έχει αποπαστρέψει | έχουμε αποπαστρέψει | έχετε αποπαστρέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπαστρέψει | είχες αποπαστρέψει | είχε αποπαστρέψει | είχαμε αποπαστρέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπαστρέψει / να αποπαστρέψω / να αποπαστρεύω | να έχεις αποπαστρέψει / να αποπαστρέψεις / να αποπαστρεύεις | να έχει αποπαστρέψει / να αποπαστρέψει / να αποπαστρεύει | να έχουμε αποπαστρέψει / να αποπαστρέψουμε / να αποπαστρεύουμε | να έχετε αποπαστρέψει / να αποπαστρέψετε / να αποπαστρεύετε | να αποπαστρέψουν / να αποπαστρέψουνε / να αποπαστρεύουν / να αποπαστρεύουνε |
| Προστακτική | — | αποπάστρευε / αποπάστρεψε | — | — | αποπαστρέψτε / αποπαστρεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →