Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπειρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με απόπειρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποπειρατικός < απόπειρα + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conatif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπειρατικόςαποπειρατικήαποπειρατικό
Γενικήαποπειρατικούαποπειρατικήςαποπειρατικού
Αιτιατικήαποπειρατικόαποπειρατικήαποπειρατικό
Κλητικήαποπειρατικέαποπειρατικήαποπειρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπειρατικοίαποπειρατικέςαποπειρατικά
Γενικήαποπειρατικώναποπειρατικώναποπειρατικών
Αιτιατικήαποπειρατικούςαποπειρατικέςαποπειρατικά
Κλητικήαποπειρατικοίαποπειρατικέςαποπειρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →