αποπειρατικός
•
- που έχει σχέση με απόπειρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπειρατικός < απόπειρα + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conatif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπειρατικός | αποπειρατική | αποπειρατικό |
| Γενική | αποπειρατικού | αποπειρατικής | αποπειρατικού |
| Αιτιατική | αποπειρατικό | αποπειρατική | αποπειρατικό |
| Κλητική | αποπειρατικέ | αποπειρατική | αποπειρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπειρατικοί | αποπειρατικές | αποπειρατικά |
| Γενική | αποπειρατικών | αποπειρατικών | αποπειρατικών |
| Αιτιατική | αποπειρατικούς | αποπειρατικές | αποπειρατικά |
| Κλητική | αποπειρατικοί | αποπειρατικές | αποπειρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →