αποπερατώνω
•
- ολοκληρώνω κάτι, το φέρνω σε πέρας, το αποτελειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπερατώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποπερατῶ + -ώνω < ἀπό + αρχαία ελληνική περατόω / περατῶ < πέρας
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπερατώνω | αποπερατώνεις | αποπερατώνει | αποπερατώνουμε | αποπερατώνετε | αποπερατώνουν / αποπερατώνουνε |
| Παρατατικός | αποπεράτωνα | αποπεράτωνες | αποπεράτωνε | αποπερατώναμε | αποπερατώνατε | αποπεράτωναν / αποπερατώναν / αποπερατώνανε |
| Αόριστος | αποπεράτωσα | αποπεράτωσες | αποπεράτωσε | αποπερατώσαμε | αποπερατώσατε | αποπεράτωσαν / αποπερατώσαν / αποπερατώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποπερατώνω / θα αποπερατώσω | θα αποπερατώνεις / θα αποπερατώσεις | θα αποπερατώνει / θα αποπερατώσει | θα αποπερατώνουμε / θα αποπερατώσουμε | θα αποπερατώνετε / θα αποπερατώσετε | θα αποπερατώνουν / θα αποπερατώνουνε / θα αποπερατώσουν / θα αποπερατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπερατώσει | έχεις αποπερατώσει | έχει αποπερατώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπερατώσει | είχες αποπερατώσει | είχε αποπερατώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπερατώσει / να αποπερατώνω / να αποπερατώσω | να έχεις αποπερατώσει / να αποπερατώνεις / να αποπερατώσεις | να έχει αποπερατώσει / να αποπερατώνει / να αποπερατώσει | να αποπερατώνουμε / να αποπερατώσουμε | να αποπερατώνετε / να αποπερατώσετε | να αποπερατώνουν / να αποπερατώνουνε / να αποπερατώσουν / να αποπερατώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποπερατωμένο / αποπεράτωνε / αποπεράτωσε | — | — | αποπερατώνετε / αποπερατώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποπερατώθηκααποπερατώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →