αποπληθωρισμένος
•
- οικονομίαπου προκύπτει αν αφαιρέσουμε το ποσό που προέρχεται απ’ τον πληθωρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπληθωρισμένος < αποπληθωρισμός + -μένος
Άλλοι τύποι
αποπληθωρισμένααποπληθωρισμένεαποπληθωρισμένεςαποπληθωρισμένηαποπληθωρισμένηςαποπληθωρισμένοαποπληθωρισμένοιαποπληθωρισμένοςαποπληθωρισμένουαποπληθωρισμένουςαποπληθωρισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →