αποπληθωριστικός
•
- οικονομίαπου έχει σχέση με τον αποπληθωρισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπληθωριστικός < αποπληθωρισμός + -ιστικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déflationniste)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπληθωριστικός | αποπληθωριστική | αποπληθωριστικό |
| Γενική | αποπληθωριστικού | αποπληθωριστικής | αποπληθωριστικού |
| Αιτιατική | αποπληθωριστικό | αποπληθωριστική | αποπληθωριστικό |
| Κλητική | αποπληθωριστικέ | αποπληθωριστική | αποπληθωριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπληθωριστικοί | αποπληθωριστικές | αποπληθωριστικά |
| Γενική | αποπληθωριστικών | αποπληθωριστικών | αποπληθωριστικών |
| Αιτιατική | αποπληθωριστικούς | αποπληθωριστικές | αποπληθωριστικά |
| Κλητική | αποπληθωριστικοί | αποπληθωριστικές | αποπληθωριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →