Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπληθωριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου έχει σχέση με τον αποπληθωρισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποπληθωριστικός < αποπληθωρισμός + -ιστικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déflationniste)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπληθωριστικόςαποπληθωριστικήαποπληθωριστικό
Γενικήαποπληθωριστικούαποπληθωριστικήςαποπληθωριστικού
Αιτιατικήαποπληθωριστικόαποπληθωριστικήαποπληθωριστικό
Κλητικήαποπληθωριστικέαποπληθωριστικήαποπληθωριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπληθωριστικοίαποπληθωριστικέςαποπληθωριστικά
Γενικήαποπληθωριστικώναποπληθωριστικώναποπληθωριστικών
Αιτιατικήαποπληθωριστικούςαποπληθωριστικέςαποπληθωριστικά
Κλητικήαποπληθωριστικοίαποπληθωριστικέςαποπληθωριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →