αποπνικτικότητα
•
- σπάνιοτο να είναι κάτι αποπνικτικό, η ιδιότητα του αποπνικτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπνικτικότητα < αποπνικτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπνικτικότητα | αποπνικτικότητες |
| Γενική | αποπνικτικότητας | αποπνικτικοτήτων |
| Αιτιατική | αποπνικτικότητα | αποπνικτικότητες |
| Κλητική | αποπνικτικότητα | αποπνικτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →