Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του αποποιούμαι Βικιλεξικό
  2. η δήλωση με την οποία κάποιος αποποιείται ευθύνες για κάτι επιζήμιο που συνέβη στο παρελθόν ή μπορεί να συμβεί στο μέλλον Βικιλεξικό
  3. η άρνηση δικαιώματος, τίτλου, περιουσίας κλπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποποίηση < (ελληνιστική κοινή) ἀποποίησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποποίησηαποποιήσεις
Γενικήαποποίησηςαποποιήσεων
Αιτιατικήαποποίησηαποποιήσεις
Κλητικήαποποίησηαποποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →