Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποποινικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μη επιβολή ποινής, ή η μείωσή της, για πράξεις που ωστόσο δεν παύουν να θεωρούνται αδικήματα Βικιλεξικό
    • Αποποινικοποίηση σημαίνει ότι είναι έγκλημα αλλά για διάφορους λόγους δεν ασκείται ποινή (Γιάννης Πανούσης, «Ανάμεσα στους μύθους και την πραγματικότητα», στον τόμο: ΟΚΑΝΑ & Ίδρυμα Γληνού, Ναρκωτικά: βιολογικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις [Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα, 23-06-2017], επιμέλεια: Ευάγγελος Καφετζόπουλος (Αθήνα: Επτάλοφος, [2019]), σ. 23).
  2. καταχρηστικάτο να παύει να είναι μια πράξη αδίκημα όπως πριν Βικιλεξικό
    • […] ενώ στην απεγκληματοποίηση έχουμε άρση του εγκληματικού χαρακτήρα της πράξης, στην αποποινικοποίηση έχουμε μη άσκηση ποινής ή μείωση της προβλεπόμενης ποινής (Γιάννης Πανούσης, ό.π.).

Ετυμολογία

αποποινικοποίηση < απο- + ποινικοποιώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποποινικοποίησηαποποινικοποιήσεις
Γενικήαποποινικοποίησηςαποποινικοποιήσεων
Αιτιατικήαποποινικοποίησηαποποινικοποιήσεις
Κλητικήαποποινικοποίησηαποποινικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →