Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπυρηνικοποιώ

ρήμα
•
  1. συμβάλλω στην εξάλειψη των πυρηνικών όλων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποπυρηνικοποιώ < απο- + πυρηνικός + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική denuclearise)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποπυρηνικοποιώαποπυρηνικοποιείςαποπυρηνικοποιείαποπυρηνικοποιούμεαποπυρηνικοποιείτεαποπυρηνικοποιούν / αποπυρηνικοποιούνε
Παρατατικόςαποπυρηνικοποιούσααποπυρηνικοποιούσεςαποπυρηνικοποιούσεαποπυρηνικοποιούσαμεαποπυρηνικοποιούσατεαποπυρηνικοποιούσαν / αποπυρηνικοποιούσανε
Αόριστοςαποπυρηνικοποίησααποπυρηνικοποίησεςαποπυρηνικοποίησεαποπυρηνικοποιήσαμεαποπυρηνικοποιήσατεαποπυρηνικοποίησαν / αποπυρηνικοποιήσαν / αποπυρηνικοποιήσανε
Μέλλονταςθα αποπυρηνικοποιήσω / θα αποπυρηνικοποιώθα αποπυρηνικοποιήσεις / θα αποπυρηνικοποιείςθα αποπυρηνικοποιήσει / θα αποπυρηνικοποιείθα αποπυρηνικοποιήσουμε / θα αποπυρηνικοποιούμεθα αποπυρηνικοποιήσετε / θα αποπυρηνικοποιείτεθα αποπυρηνικοποιήσουν / θα αποπυρηνικοποιήσουνε / θα αποπυρηνικοποιούν / θα αποπυρηνικοποιούνε
Παρακείμενοςέχω αποπυρηνικοποιήσειέχεις αποπυρηνικοποιήσειέχει αποπυρηνικοποιήσειέχουμε αποπυρηνικοποιήσειέχετε αποπυρηνικοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποπυρηνικοποιήσειείχες αποπυρηνικοποιήσειείχε αποπυρηνικοποιήσειείχαμε αποπυρηνικοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω αποπυρηνικοποιήσει / να αποπυρηνικοποιήσω / να αποπυρηνικοποιώνα έχεις αποπυρηνικοποιήσει / να αποπυρηνικοποιήσεις / να αποπυρηνικοποιείςνα έχει αποπυρηνικοποιήσει / να αποπυρηνικοποιήσει / να αποπυρηνικοποιείνα έχουμε αποπυρηνικοποιήσει / να αποπυρηνικοποιήσουμε / να αποπυρηνικοποιούμενα έχετε αποπυρηνικοποιήσει / να αποπυρηνικοποιήσετε / να αποπυρηνικοποιείτενα αποπυρηνικοποιήσουν / να αποπυρηνικοποιήσουνε / να αποπυρηνικοποιούν / να αποπυρηνικοποιούνε
Προστακτική—αποπυρηνικοποίει / αποπυρηνικοποίησε——αποπυρηνικοποιήστε / αποπυρηνικοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →