απορρέων
•
- που απορρέει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορρέων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορρέων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀπορρέω (που ξεπηγάζει: για υγρό)
Άλλοι τύποι
απορρέοναπορρέοντααπορρέοντεςαπορρέοντοςαπορρέουσααπορρέουσαςαπορρέουσεςαπορρέωναπορρεουσώναπορρεούσηςαπορρεόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →