Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορριμματοσυλλέκτης

/a.po.ɾi.ma.to.siˈle.ktis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που μαζεύει τα απορρίμματα Βικιλεξικό
    • Ουσιαστικά μόνο κατ' επίφαση ονομάζονταν "αυτοδιοίκηση". Στην ουσία ήταν "ετεροδιοίκηση", αφού οι πολίτες της περιφέρειας, για να λύσουν τα προβλήματά τους, θα έπρεπε να προστρέχουν στο κέντρο, στην κεντρική εξουσία, έτσι ώστε ο έλεγχος από την κεντρική εξουσία να ασκείται ασφυκτικά προς την περιφέρεια. 'Ηταν η εποχή που η Τοπική Αυτοδιοίκηση, μοντέλο για την κρατούσα τότε κατάσταση ήταν: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση απορριμματοσυλλέκτης. 'Ηταν η Τοπική Αυτοδιοίκηση ληξίαρχος.
    • Ο νεαρός ποδηλάτης ο οποίος κάθε μεσημέρι αναδεύει το περιεχόμενο των κάδων απορριμμάτων, έγινε φιλαράκι μου. Τον ερωτώ με δισταγμό και μου απαντά με θάρρος. Ναι, είναι απορριμματοσυλλέκτης. (Ο αριστοκράτης θα πει, "η δουλειά δεν είναι ντροπή". Η λοβιτούρα, όμως, άρχοντα, είναι…)
    • Δεν γαμιέσαι, λέω μέσα μου, σαν πολλά παράπονα έκαναν όλοι τώρα τελευταία. Εντάξει, όχι ότι κινδυνεύεις να σε απολύσουν αν είσαι «απορριμματοσυλλέκτης» (κάνει ρίμα και με το ρέκτης), αλλά εγώ – λένε – έχω ένα μικρό προβληματάκι διαχείρισης θυμού.

Ετυμολογία

απορριμματοσυλλέκτης < απόρριμμα (απορρίμματος) + -ο- + συλλέκτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπορριμματοσυλλέκτηςαπορριμματοσυλλέκτες
Γενικήαπορριμματοσυλλέκτηαπορριμματοσυλλεκτών
Αιτιατικήαπορριμματοσυλλέκτηαπορριμματοσυλλέκτες
Κλητικήαπορριμματοσυλλέκτηαπορριμματοσυλλέκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →