απορροή
•
- το να απορρέει κάτι, να ρέει προς τα έξω Βικιλεξικό
- σπάνιοαπόρροια Βικιλεξικό
- γεωλογίαη προς τα κάτω κίνηση των υδάτων επιφανειακά ή μέσα στο έδαφος Βικιλεξικό
- Ρέμα είναι κάθε φυσική διαμόρφωση του εδάφους που λειτουργεί ως αποδέκτης και αγωγός των νερών της βροχής, του χιονιού (μετά την τήξη) και των φυσικών πηγών και εξυπηρετεί την απορροή τους προς άλλους αποδέκτες μεγαλύτερης χωρητικότητας, φυσικούς ή τεχνητούς, (άλλα ρέματα, ποτάμια, λίμνες, θάλασσα κλπ.) που βρίσκονται σε χαμηλότερες στάθμες. (Τι σημαίνει ρέμα, dasarxeio.com 19/09/2015 https://dasarxeio.com/2015/09/19/1028-3/)
Ετυμολογία
απορροή < αρχαία ελληνική ἀπορροή < ἀπορρέω (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική écoulement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απορροή | απορροές |
| Γενική | απορροής | απορροών |
| Αιτιατική | απορροή | απορροές |
| Κλητική | απορροή | απορροές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →