αποσαπίζω
•
- σπάνιοσαπίζω (εντελώς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσαπίζω < απο- + σαπίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσαπίζω | αποσαπίζεις | αποσαπίζει | αποσαπίζουμε | αποσαπίζετε | αποσαπίζουν / αποσαπίζουνε |
| Παρατατικός | αποσάπιζα | αποσάπιζες | αποσάπιζε | αποσαπίζαμε | αποσαπίζατε | αποσάπιζαν / αποσαπίζαν / αποσαπίζανε |
| Αόριστος | αποσάπισα | αποσάπισες | αποσάπισε | αποσαπίσαμε | αποσαπίσατε | αποσάπισαν / αποσαπίσαν / αποσαπίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσαπίζω / θα αποσαπίσω | θα αποσαπίζεις / θα αποσαπίσεις | θα αποσαπίζει / θα αποσαπίσει | θα αποσαπίζουμε / θα αποσαπίσουμε | θα αποσαπίζετε / θα αποσαπίσετε | θα αποσαπίζουν / θα αποσαπίζουνε / θα αποσαπίσουν / θα αποσαπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσαπίσει | έχεις αποσαπίσει | έχει αποσαπίσει | έχουμε αποσαπίσει | έχετε αποσαπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσαπίσει | είχες αποσαπίσει | είχε αποσαπίσει | είχαμε αποσαπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσαπίσει / να αποσαπίζω / να αποσαπίσω | να έχεις αποσαπίσει / να αποσαπίζεις / να αποσαπίσεις | να έχει αποσαπίσει / να αποσαπίζει / να αποσαπίσει | να έχουμε αποσαπίσει / να αποσαπίζουμε / να αποσαπίσουμε | να έχετε αποσαπίσει / να αποσαπίζετε / να αποσαπίσετε | να αποσαπίζουν / να αποσαπίζουνε / να αποσαπίσουν / να αποσαπίσουνε |
| Προστακτική | — | αποσάπιζε / αποσάπισε | — | — | αποσαπίζετε / αποσαπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →