αποσβεννύω
•
- σβήνω Βικιλεξικό
- εξαλείφω, διαγράφω Βικιλεξικό
- εξοφλώ Βικιλεξικό
- μια ενοχή (δηλαδή μια σχέση δύο αντισυμβαλλόμενων όσον αφορά την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών) μεταξύ ενός δανειστή και ενός οφειλέτη αποσβέννυται με δόση αντικαταβολής, με κατάθεση του οφειλόμενου ποσού, με την ανανέωση της δανειακής σύμβασης (απόσβεση παλαιάς και σύναψη νέας ενοχής), άφεση χρέους ακόμα και όταν υπάρξει σύγχηση (δηλαδή δανειστής και οφειλέτης ενωθούν σε ένα νομικό πρόσωπο)
Ετυμολογία
αποσβεννύω <
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →