αποσβολώνομαι
•
- μένω τόσο έκπληκτος που μου "φεύγει το καφάσι". Βικιλεξικό
- προχθές άκουσα πως οι Τούρκοι ετοιμάζονται να επιτεθούν στο Αιγαίο κι αποσβολώθηκα.
Ετυμολογία
αποσβολώνομαι< παθητική φωνή του ρήματος αποσβολώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσβολώνομαι | αποσβολώνεσαι | αποσβολώνεται | αποσβολωνόμαστε | αποσβολώνεστε | αποσβολώνονται |
| Παρατατικός | αποσβολωνόμουν / αποσβολωνόμουνα | αποσβολωνόσουν / αποσβολωνόσουνα | αποσβολωνόταν / αποσβολωνότανε | αποσβολωνόμασταν / αποσβολωνόμαστε | αποσβολωνόσασταν / αποσβολωνόσαστε | αποσβολωνόντουσαν / αποσβολώνονταν |
| Αόριστος | αποσβολώθηκα | αποσβολώθηκες | αποσβολώθηκε | αποσβολωθήκαμε | αποσβολωθήκατε | αποσβολωθήκαν / αποσβολωθήκανε / αποσβολώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αποσβολωθώ / θα αποσβολώνομαι | θα αποσβολωθείς / θα αποσβολώνεσαι | θα αποσβολωθεί / θα αποσβολώνεται | θα αποσβολωθούμε / θα αποσβολωνόμαστε | θα αποσβολωθείτε / θα αποσβολώνεστε | θα αποσβολωθούν / θα αποσβολωθούνε / θα αποσβολώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αποσβολωθεί | έχεις αποσβολωθεί | έχει αποσβολωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσβολωθεί | είχες αποσβολωθεί | είχε αποσβολωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσβολωθεί / να αποσβολωθώ / να αποσβολώνομαι | να έχεις αποσβολωθεί / να αποσβολωθείς / να αποσβολώνεσαι | να έχει αποσβολωθεί / να αποσβολωθεί / να αποσβολώνεται | να αποσβολωθούμε / να αποσβολωνόμαστε | να αποσβολωθείτε / να αποσβολώνεστε | να αποσβολωθούν / να αποσβολωθούνε / να αποσβολώνονται |
| Προστακτική | — | αποσβολώνου / αποσβολώσου | — | — | αποσβολωθείτε / αποσβολώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →