αποσιδήρωση
•
- ιατρικήη αφαίρεση της περίσσειας του αριθμού των ιχνοστοιχείων σιδήρου από το αίμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσιδήρωση < απο- + σιδήρωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσιδήρωση | αποσιδηρώσεις |
| Γενική | αποσιδήρωσης | αποσιδηρώσεων |
| Αιτιατική | αποσιδήρωση | αποσιδηρώσεις |
| Κλητική | αποσιδήρωση | αποσιδηρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →