Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσιωπώ

/a.po.si.oˈpo/ρήμα
•
  1. δεν αναφέρομαι επίτηδες σε κάτι που γνωρίζω με σκοπό να το κρατήσω κρυφό Βικιλεξικό
    • αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)

Ετυμολογία

αποσιωπώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποσιωπῶ < ελληνιστική κοινή ἀποσιωπάω, -ῶ (κρατώ μυστικό) < αρχαία ελληνική ἀποσιωπάω, -ῶ (κρατώ σιωπή). Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + σιωπώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσιωπάω / αποσιωπώαποσιωπάςαποσιωπά / αποσιωπάειαποσιωπάμε / αποσιωπούμεαποσιωπάτεαποσιωπάν / αποσιωπάνε / αποσιωπούν / αποσιωπούνε
Παρατατικόςαποσιωπούσααποσιωπούσεςαποσιωπούσεαποσιωπούσαμεαποσιωπούσατεαποσιωπούσαν / αποσιωπούσανε
Αόριστοςαποσιώπησααποσιώπησεςαποσιώπησεαποσιωπήσαμεαποσιωπήσατεαποσιωπήσαν / αποσιωπήσανε / αποσιώπησαν
Μέλλονταςθα αποσιωπάω / θα αποσιωπήσω / θα αποσιωπώθα αποσιωπάς / θα αποσιωπήσειςθα αποσιωπά / θα αποσιωπάει / θα αποσιωπήσειθα αποσιωπάμε / θα αποσιωπήσουμε / θα αποσιωπούμεθα αποσιωπάτε / θα αποσιωπήσετεθα αποσιωπάν / θα αποσιωπάνε / θα αποσιωπήσουν / θα αποσιωπήσουνε / θα αποσιωπούν / θα αποσιωπούνε
Παρακείμενοςέχω αποσιωπήσειέχεις αποσιωπήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα αποσιωπήσει—————
Υποτακτικήνα έχω αποσιωπήσει / να αποσιωπάω / να αποσιωπήσω / να αποσιωπώνα έχεις αποσιωπήσει / να αποσιωπάς / να αποσιωπήσειςνα αποσιωπά / να αποσιωπάει / να αποσιωπήσεινα αποσιωπάμε / να αποσιωπήσουμε / να αποσιωπούμενα αποσιωπάτε / να αποσιωπήσετενα αποσιωπάν / να αποσιωπάνε / να αποσιωπήσουν / να αποσιωπήσουνε / να αποσιωπούν / να αποσιωπούνε
Προστακτική—αποσιώπα / αποσιώπαγε / αποσιώπησε——αποσιωπάτε / αποσιωπήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →