αποσκίρτηση
•
- μεταπήδηση σε άλλο πολιτικό, ιδεολογικό κλπ χώρο Βικιλεξικό
- αυτομολία, αυτομόληση Βικιλεξικό
- η αποσκίρτηση στη Δύση δύο Σοβιετικών μυστικών πρακτόρων
Ετυμολογία
αποσκίρτηση < αποσκιρτώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσκίρτηση | αποσκιρτήσεις |
| Γενική | αποσκίρτησης | αποσκιρτήσεων |
| Αιτιατική | αποσκίρτηση | αποσκιρτήσεις |
| Κλητική | αποσκίρτηση | αποσκιρτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →