Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσκευή

/a.po.sceˈvi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οποιοδήποτε αντικείμενο (τσάντα, βαλίτσα, κούτα κλπ) περιέχει άλλα αντικείμενα που μεταφέρουμε κατά τις μετακινήσεις μας Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτα προσόντα, τα εφόδια κάποιου Βικιλεξικό
    • Γύρισε από τη Γαλλία, έχοντας στις αποσκευές της ένα διδακτορικό δίπλωμα και πολυετή εμπειρία στη δουλειά της.

Ετυμολογία

αποσκευή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποσκευή. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + σκευή. :* για τη μεταφορική σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bagages (στον πληθυντικό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποσκευήαποσκευές
Γενικήαποσκευήςαποσκευών
Αιτιατικήαποσκευήαποσκευές
Κλητικήαποσκευήαποσκευές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →