αποσκευή
•
- οποιοδήποτε αντικείμενο (τσάντα, βαλίτσα, κούτα κλπ) περιέχει άλλα αντικείμενα που μεταφέρουμε κατά τις μετακινήσεις μας Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα προσόντα, τα εφόδια κάποιου Βικιλεξικό
- Γύρισε από τη Γαλλία, έχοντας στις αποσκευές της ένα διδακτορικό δίπλωμα και πολυετή εμπειρία στη δουλειά της.
Ετυμολογία
αποσκευή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποσκευή. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + σκευή. :* για τη μεταφορική σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bagages (στον πληθυντικό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσκευή | αποσκευές |
| Γενική | αποσκευής | αποσκευών |
| Αιτιατική | αποσκευή | αποσκευές |
| Κλητική | αποσκευή | αποσκευές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →