αποσκοπώ
•
- μεταβατικόέχω ως σκοπό, αποβλέπω στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, αποζητώ, λειτουργώ με συγκεκριμένο τρόπο για να πετύχω κάτι Βικιλεξικό
- το μέγεθος και η οργάνωση του στρατού του Ξέρξη, ο οποίος προερχόταν από όλην την Περσική Αυτοκρατορία, αποσκοπούσε στην κατάκτηση της Ελλάδας
Ετυμολογία
αποσκοπώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποσκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσκοπώ | αποσκοπείς | αποσκοπεί | αποσκοπούμε | αποσκοπείτε | αποσκοπούν / αποσκοπούνε |
| Παρατατικός | αποσκοπούσα | αποσκοπούσες | αποσκοπούσε | αποσκοπούσαμε | αποσκοπούσατε | αποσκοπούσαν / αποσκοπούσανε |
| Αόριστος | αποσκόπησα | αποσκόπησες | αποσκόπησε | αποσκοπήσαμε | αποσκοπήσατε | αποσκοπήσαν / αποσκοπήσανε / αποσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα αποσκοπήσω / θα αποσκοπώ | θα αποσκοπήσεις / θα αποσκοπείς | θα αποσκοπήσει / θα αποσκοπεί | θα αποσκοπήσουμε / θα αποσκοπούμε | θα αποσκοπήσετε / θα αποσκοπείτε | θα αποσκοπήσουν / θα αποσκοπήσουνε / θα αποσκοπούν / θα αποσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσκοπήσει | έχεις αποσκοπήσει | έχει αποσκοπήσει | έχουμε αποσκοπήσει | έχετε αποσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσκοπήσει | είχες αποσκοπήσει | είχε αποσκοπήσει | είχαμε αποσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσκοπήσει / να αποσκοπήσω / να αποσκοπώ | να έχεις αποσκοπήσει / να αποσκοπήσεις / να αποσκοπείς | να έχει αποσκοπήσει / να αποσκοπήσει / να αποσκοπεί | να έχουμε αποσκοπήσει / να αποσκοπήσουμε / να αποσκοπούμε | να έχετε αποσκοπήσει / να αποσκοπήσετε / να αποσκοπείτε | να αποσκοπήσουν / να αποσκοπήσουνε / να αποσκοπούν / να αποσκοπούνε |
| Προστακτική | — | αποσκόπει / αποσκόπησε | — | — | αποσκοπήστε / αποσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →