αποσμητικό
•
- κοσμετολογίαπαρασκεύασμα διώχνει τη δυσοσμία ή και δίνει ευχάριστο άρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσμητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αποσμητικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσμητικό | αποσμητικά |
| Γενική | αποσμητικού | αποσμητικών |
| Αιτιατική | αποσμητικό | αποσμητικά |
| Κλητική | αποσμητικό | αποσμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →