Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κάλυψη ή την εξουδετέρωση των δυσάρεστων οσμών, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσμητικός < απ- + οσμή + με κατάληξη -ητικός (εσφαλμένα), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déodorant

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσμητικόςαποσμητικήαποσμητικό
Γενικήαποσμητικούαποσμητικήςαποσμητικού
Αιτιατικήαποσμητικόαποσμητικήαποσμητικό
Κλητικήαποσμητικέαποσμητικήαποσμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσμητικοίαποσμητικέςαποσμητικά
Γενικήαποσμητικώναποσμητικώναποσμητικών
Αιτιατικήαποσμητικούςαποσμητικέςαποσμητικά
Κλητικήαποσμητικοίαποσμητικέςαποσμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →