αποσπαργάνωση
•
- λαϊκότροποη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσπαργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσπαργάνωση < αποσπαργανώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσπαργάνωση | αποσπαργανώσεις |
| Γενική | αποσπαργάνωσης | αποσπαργανώσεων |
| Αιτιατική | αποσπαργάνωση | αποσπαργανώσεις |
| Κλητική | αποσπαργάνωση | αποσπαργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →