αποσπερία
•
- νύχτα κατά την οποία φαίνεται ο πλανήτης Αφροδίτη Βικιλεξικό
- βραδινή συνάθροιση ατόμων Βικιλεξικό
- γλέντι ή έστω καλή συντροφιά/παρέα το βράδυ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσπερία < Αποσπερίτης + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσπερία | αποσπερίες |
| Γενική | αποσπερίας | αποσπεριών |
| Αιτιατική | αποσπερία | αποσπερίες |
| Κλητική | αποσπερία | αποσπερίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →