Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσπερνός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αποσπερίτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσπερνός < αποσπέρα + -ινός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποσπερνή / αποσπερνός / αποσπερνόαποσπερνές / αποσπερνοί / αποσπερνά
Γενικήαποσπερνής / αποσπερνού / αποσπερνούαποσπερνών / αποσπερνών / αποσπερνών
Αιτιατικήαποσπερνή / αποσπερνό / αποσπερνόαποσπερνές / αποσπερνούς / αποσπερνά
Κλητικήαποσπερνή / αποσπερνέ / αποσπερνόαποσπερνές / αποσπερνοί / αποσπερνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αποσπερνός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόβραδινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσπερνός < αποσπέρα + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσπερνόςαποσπερνήαποσπερνό
Γενικήαποσπερνούαποσπερνήςαποσπερνού
Αιτιατικήαποσπερνόαποσπερνήαποσπερνό
Κλητικήαποσπερνέαποσπερνήαποσπερνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσπερνοίαποσπερνέςαποσπερνά
Γενικήαποσπερνώναποσπερνώναποσπερνών
Αιτιατικήαποσπερνούςαποσπερνέςαποσπερνά
Κλητικήαποσπερνοίαποσπερνέςαποσπερνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →