αποσπουδάζω
•
- σπάνιοολοκληρώνω τις σπουδές μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσπουδάζω < απο- + σπουδάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσπουδάζω | αποσπουδάζεις | αποσπουδάζει | αποσπουδάζουμε | αποσπουδάζετε | αποσπουδάζουν / αποσπουδάζουνε |
| Παρατατικός | αποσπούδαζα | αποσπούδαζες | αποσπούδαζε | αποσπουδάζαμε | αποσπουδάζατε | αποσπουδάζαν / αποσπουδάζανε / αποσπούδαζαν |
| Αόριστος | αποσπούδασα | αποσπούδασες | αποσπούδασε | αποσπουδάσαμε | αποσπουδάσατε | αποσπουδάσαν / αποσπουδάσανε / αποσπούδασαν |
| Μέλλοντας | θα αποσπουδάζω / θα αποσπουδάσω | θα αποσπουδάζεις / θα αποσπουδάσεις | θα αποσπουδάζει / θα αποσπουδάσει | θα αποσπουδάζουμε / θα αποσπουδάσουμε | θα αποσπουδάζετε / θα αποσπουδάσετε | θα αποσπουδάζουν / θα αποσπουδάζουνε / θα αποσπουδάσουν / θα αποσπουδάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσπουδάσει | έχεις αποσπουδάσει | έχει αποσπουδάσει | έχουμε αποσπουδάσει | έχετε αποσπουδάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσπουδάσει | είχες αποσπουδάσει | είχε αποσπουδάσει | είχαμε αποσπουδάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσπουδάσει / να αποσπουδάζω / να αποσπουδάσω | να έχεις αποσπουδάσει / να αποσπουδάζεις / να αποσπουδάσεις | να έχει αποσπουδάσει / να αποσπουδάζει / να αποσπουδάσει | να έχουμε αποσπουδάσει / να αποσπουδάζουμε / να αποσπουδάσουμε | να έχετε αποσπουδάσει / να αποσπουδάζετε / να αποσπουδάσετε | να αποσπουδάζουν / να αποσπουδάζουνε / να αποσπουδάσουν / να αποσπουδάσουνε |
| Προστακτική | — | αποσπούδαζε / αποσπούδασε | — | — | αποσπουδάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποσπουδάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →