αποσταγματοποιείο
•
- σπάνιοαποστακτήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσταγματοποιείο < αποστάγματ(ος) + -ο- + -ποιείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσταγματοποιείο | αποσταγματοποιεία |
| Γενική | αποσταγματοποιείου | αποσταγματοποιείων |
| Αιτιατική | αποσταγματοποιείο | αποσταγματοποιεία |
| Κλητική | αποσταγματοποιείο | αποσταγματοποιεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →