αποσταλάζω
•
- στάζω, αποστάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσταλάζω < απο- + σταλάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσταλάζω | αποσταλάζεις | αποσταλάζει | αποσταλάζουμε | αποσταλάζετε | αποσταλάζουν / αποσταλάζουνε |
| Παρατατικός | αποστάλαζα | αποστάλαζες | αποστάλαζε | αποσταλάζαμε | αποσταλάζατε | αποστάλαζαν / αποσταλάζαν / αποσταλάζανε |
| Αόριστος | αποστάλαξα | αποστάλαξες | αποστάλαξε | αποσταλάξαμε | αποσταλάξατε | αποστάλαξαν / αποσταλάξαν / αποσταλάξανε |
| Μέλλοντας | θα αποσταλάζω / θα αποσταλάξω | θα αποσταλάζεις / θα αποσταλάξεις | θα αποσταλάζει / θα αποσταλάξει | θα αποσταλάζουμε / θα αποσταλάξουμε | θα αποσταλάζετε / θα αποσταλάξετε | θα αποσταλάζουν / θα αποσταλάζουνε / θα αποσταλάξουν / θα αποσταλάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσταλάξει | έχεις αποσταλάξει | έχει αποσταλάξει | έχουμε αποσταλάξει | έχετε αποσταλάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσταλάξει | είχες αποσταλάξει | είχε αποσταλάξει | είχαμε αποσταλάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσταλάξει / να αποσταλάζω / να αποσταλάξω | να έχεις αποσταλάξει / να αποσταλάζεις / να αποσταλάξεις | να έχει αποσταλάξει / να αποσταλάζει / να αποσταλάξει | να έχουμε αποσταλάξει / να αποσταλάζουμε / να αποσταλάξουμε | να έχετε αποσταλάξει / να αποσταλάζετε / να αποσταλάξετε | να αποσταλάζουν / να αποσταλάζουνε / να αποσταλάξουν / να αποσταλάξουνε |
| Προστακτική | — | αποστάλαζε / αποστάλαξε | — | — | αποσταλάζετε / αποσταλάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →