αποστασιοποίηση
•
- απραξία, απομάκρυνση, η μη τήρηση στάσης Βικιλεξικό
- Ο δεξιοτεχνικός χειρονομιακός του κώδικας, η εκφραστικότητα του προσώπου και του σώματός του συμπυκνώνουν τον τρόμο ενώπιον των «άλλων», με μια μελετημένη αποστασιοποίηση, που αποφεύγει εσκεμμένα τη συγκίνηση.
- Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
Ετυμολογία
αποστασιοποίηση < απόσταση + -ο- + ποιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστασιοποίηση | αποστασιοποιήσεις |
| Γενική | αποστασιοποίησης | αποστασιοποιήσεων |
| Αιτιατική | αποστασιοποίηση | αποστασιοποιήσεις |
| Κλητική | αποστασιοποίηση | αποστασιοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →