αποστατικός
•
- πολιτικήπου έχει σχέση με τον αποστάτη ή την αποστασία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστατικός < αποστάτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστατικός | αποστατική | αποστατικό |
| Γενική | αποστατικού | αποστατικής | αποστατικού |
| Αιτιατική | αποστατικό | αποστατική | αποστατικό |
| Κλητική | αποστατικέ | αποστατική | αποστατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστατικοί | αποστατικές | αποστατικά |
| Γενική | αποστατικών | αποστατικών | αποστατικών |
| Αιτιατική | αποστατικούς | αποστατικές | αποστατικά |
| Κλητική | αποστατικοί | αποστατικές | αποστατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →