Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου έχει σχέση με τον αποστάτη ή την αποστασία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστατικός < αποστάτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστατικόςαποστατικήαποστατικό
Γενικήαποστατικούαποστατικήςαποστατικού
Αιτιατικήαποστατικόαποστατικήαποστατικό
Κλητικήαποστατικέαποστατικήαποστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστατικοίαποστατικέςαποστατικά
Γενικήαποστατικώναποστατικώναποστατικών
Αιτιατικήαποστατικούςαποστατικέςαποστατικά
Κλητικήαποστατικοίαποστατικέςαποστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →