αποστατώ
•
- πολιτικήφεύγω από κάποιο πολιτικό κόμμα, προδίδοντας το κόμμα και τους ψηφοφόρους του Βικιλεξικό
- θρησκείααπαρνιέμαι την χριστιανική πίστη ή αποβάλλω εθελούσια το ιερατικό σχήμα Βικιλεξικό
- ιστορίαστασιάζω, επαναστατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστατώ < αρχαία ελληνική ἀποστατῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστατώ | αποστατείς | αποστατεί | αποστατούμε | αποστατείτε | αποστατούν / αποστατούνε |
| Παρατατικός | αποστατούσα | αποστατούσες | αποστατούσε | αποστατούσαμε | αποστατούσατε | αποστατούσαν / αποστατούσανε |
| Αόριστος | αποστάτησα | αποστάτησες | αποστάτησε | αποστατήσαμε | αποστατήσατε | αποστάτησαν / αποστατήσαν / αποστατήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστατήσω / θα αποστατώ | θα αποστατήσεις / θα αποστατείς | θα αποστατήσει / θα αποστατεί | θα αποστατήσουμε / θα αποστατούμε | θα αποστατήσετε / θα αποστατείτε | θα αποστατήσουν / θα αποστατήσουνε / θα αποστατούν / θα αποστατούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστατήσει | έχεις αποστατήσει | έχει αποστατήσει | έχουμε αποστατήσει | έχετε αποστατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστατήσει | είχες αποστατήσει | είχε αποστατήσει | είχαμε αποστατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστατήσει / να αποστατήσω / να αποστατώ | να έχεις αποστατήσει / να αποστατήσεις / να αποστατείς | να έχει αποστατήσει / να αποστατήσει / να αποστατεί | να έχουμε αποστατήσει / να αποστατήσουμε / να αποστατούμε | να έχετε αποστατήσει / να αποστατήσετε / να αποστατείτε | να αποστατήσουν / να αποστατήσουνε / να αποστατούν / να αποστατούνε |
| Προστακτική | — | αποστάτει / αποστάτησε | — | — | αποστατήστε / αποστατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →