αποστερεώνω
•
- ιδιωματικόστερεώνω καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστερεώνω < απο- + στερεώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστερεώνω | αποστερεώνεις | αποστερεώνει | αποστερεώνουμε | αποστερεώνετε | αποστερεώνουν / αποστερεώνουνε |
| Παρατατικός | αποστερέωνα | αποστερέωνες | αποστερέωνε | αποστερεώναμε | αποστερεώνατε | αποστερέωναν / αποστερεώναν / αποστερεώνανε |
| Αόριστος | αποστερέωσα | αποστερέωσες | αποστερέωσε | αποστερεώσαμε | αποστερεώσατε | αποστερέωσαν / αποστερεώσαν / αποστερεώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστερεώνω / θα αποστερεώσω | θα αποστερεώνεις / θα αποστερεώσεις | θα αποστερεώνει / θα αποστερεώσει | θα αποστερεώνουμε / θα αποστερεώσουμε | θα αποστερεώνετε / θα αποστερεώσετε | θα αποστερεώνουν / θα αποστερεώνουνε / θα αποστερεώσουν / θα αποστερεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστερεώσει | έχεις αποστερεώσει | έχει αποστερεώσει | έχουμε αποστερεώσει | έχετε αποστερεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστερεώσει | είχες αποστερεώσει | είχε αποστερεώσει | είχαμε αποστερεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστερεώσει / να αποστερεώνω / να αποστερεώσω | να έχεις αποστερεώσει / να αποστερεώνεις / να αποστερεώσεις | να έχει αποστερεώσει / να αποστερεώνει / να αποστερεώσει | να έχουμε αποστερεώσει / να αποστερεώνουμε / να αποστερεώσουμε | να έχετε αποστερεώσει / να αποστερεώνετε / να αποστερεώσετε | να αποστερεώνουν / να αποστερεώνουνε / να αποστερεώσουν / να αποστερεώσουνε |
| Προστακτική | — | αποστερέωνε / αποστερέωσε | — | — | αποστερεώνετε / αποστερεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →