αποστερώ
•
- λόγιοστερώ κάτι από κάποιον, που το έχει στην κατοχή του ή το δικαιούται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστερώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστερῶ, συνηρημένος τύπος του ἀποστερέω < ἀπο- + στερέω / στερῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστερώ | αποστερείς | αποστερεί | αποστερούμε | αποστερείτε | αποστερούν / αποστερούνε |
| Παρατατικός | αποστερούσα | αποστερούσες | αποστερούσε | αποστερούσαμε | αποστερούσατε | αποστερούσαν / αποστερούσανε |
| Αόριστος | αποστέρησα | αποστέρησες | αποστέρησε | αποστερήσαμε | αποστερήσατε | αποστέρησαν / αποστερήσαν / αποστερήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστερήσω / θα αποστερώ | θα αποστερήσεις / θα αποστερείς | θα αποστερήσει / θα αποστερεί | θα αποστερήσουμε / θα αποστερούμε | θα αποστερήσετε / θα αποστερείτε | θα αποστερήσουν / θα αποστερήσουνε / θα αποστερούν / θα αποστερούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστερήσει | έχεις αποστερήσει | έχει αποστερήσει | έχουμε αποστερήσει | έχετε αποστερήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστερήσει | είχες αποστερήσει | είχε αποστερήσει | είχαμε αποστερήσει | είχατε αποστερήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστερήσει / να αποστερήσω / να αποστερώ | να έχεις αποστερήσει / να αποστερήσεις / να αποστερείς | να έχει αποστερήσει / να αποστερήσει / να αποστερεί | να έχουμε αποστερήσει / να αποστερήσουμε / να αποστερούμε | να έχετε αποστερήσει / να αποστερήσετε / να αποστερείτε | να αποστερήσουν / να αποστερήσουνε / να αποστερούν / να αποστερούνε |
| Προστακτική | — | αποστέρησε | — | — | αποστερήστε / αποστερείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →