αποστεώνω
•
- κάνω κάποιον ή κάτι αδύνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστεώνω < από- + οστό + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστεώνω | αποστεώνεις | αποστεώνει | αποστεώνουμε | αποστεώνετε | αποστεώνουν / αποστεώνουνε |
| Παρατατικός | αποστέωνα | αποστέωνες | αποστέωνε | αποστεώναμε | αποστεώνατε | αποστέωναν / αποστεώναν / αποστεώνανε |
| Αόριστος | αποστέωσα | αποστέωσες | αποστέωσε | αποστεώσαμε | αποστεώσατε | αποστέωσαν / αποστεώσαν / αποστεώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστεώνω / θα αποστεώσω | θα αποστεώνεις / θα αποστεώσεις | θα αποστεώνει / θα αποστεώσει | θα αποστεώνουμε / θα αποστεώσουμε | θα αποστεώνετε / θα αποστεώσετε | θα αποστεώνουν / θα αποστεώνουνε / θα αποστεώσουν / θα αποστεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστεώσει | έχεις αποστεώσει | έχει αποστεώσει | έχουμε αποστεώσει | έχετε αποστεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστεώσει | είχες αποστεώσει | είχε αποστεώσει | είχαμε αποστεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστεώσει / να αποστεώνω / να αποστεώσω | να έχεις αποστεώσει / να αποστεώνεις / να αποστεώσεις | να έχει αποστεώσει / να αποστεώνει / να αποστεώσει | να έχουμε αποστεώσει / να αποστεώνουμε / να αποστεώσουμε | να έχετε αποστεώσει / να αποστεώνετε / να αποστεώσετε | να αποστεώνουν / να αποστεώνουνε / να αποστεώσουν / να αποστεώσουνε |
| Προστακτική | — | αποστέωνε / αποστέωσε | — | — | αποστεώνετε / αποστεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →