Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστηθίζω

ρήμα
•
  1. μαθαίνω κάτι απέξω, το απομνημονεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστηθίζω < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό στήθους < αρχαία ελληνική στῆθος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποστηθίζωαποστηθίζειςαποστηθίζειαποστηθίζουμεαποστηθίζετεαποστηθίζουν / αποστηθίζουνε
Παρατατικόςαποστήθιζααποστήθιζεςαποστήθιζεαποστηθίζαμεαποστηθίζατεαποστήθιζαν / αποστηθίζαν / αποστηθίζανε
Αόριστοςαποστήθισααποστήθισεςαποστήθισεαποστηθίσαμεαποστηθίσατεαποστήθισαν / αποστηθίσαν / αποστηθίσανε
Μέλλονταςθα αποστηθίζω / θα αποστηθίσωθα αποστηθίζεις / θα αποστηθίσειςθα αποστηθίζει / θα αποστηθίσειθα αποστηθίζουμε / θα αποστηθίσουμεθα αποστηθίζετε / θα αποστηθίσετεθα αποστηθίζουν / θα αποστηθίζουνε / θα αποστηθίσουν / θα αποστηθίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποστηθίσειέχεις αποστηθίσειέχει αποστηθίσειέχουμε αποστηθίσειέχετε αποστηθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποστηθίσειείχες αποστηθίσειείχε αποστηθίσειείχαμε αποστηθίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποστηθίσει / να αποστηθίζω / να αποστηθίσωνα έχεις αποστηθίσει / να αποστηθίζεις / να αποστηθίσειςνα έχει αποστηθίσει / να αποστηθίζει / να αποστηθίσεινα έχουμε αποστηθίσει / να αποστηθίζουμε / να αποστηθίσουμενα έχετε αποστηθίσει / να αποστηθίζετε / να αποστηθίσετενα αποστηθίζουν / να αποστηθίζουνε / να αποστηθίσουν / να αποστηθίσουνε
Προστακτική—αποστήθιζε / αποστήθισε——αποστηθίζετε / αποστηθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →