αποστηθίζω
•
- μαθαίνω κάτι απέξω, το απομνημονεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστηθίζω < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό στήθους < αρχαία ελληνική στῆθος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστηθίζω | αποστηθίζεις | αποστηθίζει | αποστηθίζουμε | αποστηθίζετε | αποστηθίζουν / αποστηθίζουνε |
| Παρατατικός | αποστήθιζα | αποστήθιζες | αποστήθιζε | αποστηθίζαμε | αποστηθίζατε | αποστήθιζαν / αποστηθίζαν / αποστηθίζανε |
| Αόριστος | αποστήθισα | αποστήθισες | αποστήθισε | αποστηθίσαμε | αποστηθίσατε | αποστήθισαν / αποστηθίσαν / αποστηθίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστηθίζω / θα αποστηθίσω | θα αποστηθίζεις / θα αποστηθίσεις | θα αποστηθίζει / θα αποστηθίσει | θα αποστηθίζουμε / θα αποστηθίσουμε | θα αποστηθίζετε / θα αποστηθίσετε | θα αποστηθίζουν / θα αποστηθίζουνε / θα αποστηθίσουν / θα αποστηθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστηθίσει | έχεις αποστηθίσει | έχει αποστηθίσει | έχουμε αποστηθίσει | έχετε αποστηθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστηθίσει | είχες αποστηθίσει | είχε αποστηθίσει | είχαμε αποστηθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστηθίσει / να αποστηθίζω / να αποστηθίσω | να έχεις αποστηθίσει / να αποστηθίζεις / να αποστηθίσεις | να έχει αποστηθίσει / να αποστηθίζει / να αποστηθίσει | να έχουμε αποστηθίσει / να αποστηθίζουμε / να αποστηθίσουμε | να έχετε αποστηθίσει / να αποστηθίζετε / να αποστηθίσετε | να αποστηθίζουν / να αποστηθίζουνε / να αποστηθίσουν / να αποστηθίσουνε |
| Προστακτική | — | αποστήθιζε / αποστήθισε | — | — | αποστηθίζετε / αποστηθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →