αποστολικά
•
- σύμφωνα με όσα έλεγαν ή έκαναν οι Απόστολοι Βικιλεξικό
- σχετικά με κάποια αποστολή Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε ζήλο Βικιλεξικό
- πεζή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστολικά < αποστολικός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →