Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστομώνω

ρήμα
•
  1. οδηγώ κάποιον, με τα επιχειρήματα που λέω, στο να μην μπορεί να απαντήσει ή να συνεχίσει να υποστηρίζει τη θέση του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστομώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποστομόω / ἀποστομῶ + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποστομώνωαποστομώνειςαποστομώνειαποστομώνουμεαποστομώνετεαποστομώνουν / αποστομώνουνε
Παρατατικόςαποστόμωνααποστόμωνεςαποστόμωνεαποστομώναμεαποστομώνατεαποστομώναν / αποστομώνανε / αποστόμωναν
Αόριστοςαποστόμωσααποστόμωσεςαποστόμωσεαποστομώσαμεαποστομώσατεαποστομώσαν / αποστομώσανε / αποστόμωσαν
Μέλλονταςθα αποστομώνω / θα αποστομώσωθα αποστομώνεις / θα αποστομώσειςθα αποστομώνει / θα αποστομώσειθα αποστομώνουμε / θα αποστομώσουμεθα αποστομώνετε / θα αποστομώσετεθα αποστομώνουν / θα αποστομώνουνε / θα αποστομώσουν / θα αποστομώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποστομώσειέχεις αποστομώσειέχει αποστομώσειέχουμε αποστομώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποστομώσειείχες αποστομώσειείχε αποστομώσειείχαμε αποστομώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποστομώσει / να αποστομώνω / να αποστομώσωνα έχεις αποστομώσει / να αποστομώνεις / να αποστομώσειςνα έχει αποστομώσει / να αποστομώνει / να αποστομώσεινα έχουμε αποστομώσει / να αποστομώνουμε / να αποστομώσουμενα αποστομώνετε / να αποστομώσετενα αποστομώνουν / να αποστομώνουνε / να αποστομώσουν / να αποστομώσουνε
Προστακτική—αποστόμωνε / αποστόμωσε——αποστομώνετε / αποστομώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποστομώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →